Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whelp
01
κουτάβι, λυκάκι
a young offspring of a dog, wolf, or certain other carnivorous mammals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whelps
to whelp
01
γεννώ κουτάβια, κουτάβια
to give birth to puppies or young dog
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whelp
γ΄ ενικό πρόσωπο
whelps
ενεστώτα μετοχή
whelping
απλός αόριστος
whelped
παθητική μετοχή
whelped



























