Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whelk
01
θαλάσσιο σαλιγκάρι, θαλάσσιο σαλιγκάρι θηρευτής
a marine gastropod that is predatory, used as food in Europe
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whelks
02
βέλκ, μεγάλο θαλάσσιο σαλιγκάρι
large marine snail much used as food in Europe
to whelk
01
συλλέγω θαλάσσια σαλιγκάρια, μαζεύω θαλάσσια σαλιγκάρια
gather whelk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
whelk
γ΄ ενικό πρόσωπο
whelks
ενεστώτα μετοχή
whelking
απλός αόριστος
whelked
παθητική μετοχή
whelked



























