to wheeze
wheeze
wi:z
viz
uneasefriezebreezesleaze

Ορισμός και σημασία του "wheeze"στα αγγλικά

to wheeze
01

σφυρίζω, αναπνέω με δυσκολία

to breathe with difficulty, especially with a whistling or rattling sound 
Intransitive
to wheeze definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wheeze
γ΄ ενικό πρόσωπο
wheezes
ενεστώτα μετοχή
wheezing
απλός αόριστος
wheezed
παθητική μετοχή
wheezed
Παραδείγματα
The child's asthma caused him to wheeze audibly during a respiratory episode. 

Το άσθμα του παιδιού τον έκανε να σφυρίζει ακουστικά κατά τη διάρκεια μιας αναπνευστικής επεισοδιακής κρίσης.

01

σφύριγμα, θόρυβος αναπνοής

breathing with a husky or whistling sound 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheezes
02

τέχνασμα, κόλπο

(Briticism) a clever or amusing scheme or trick 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store