Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wheeze
01
σφυρίζω, αναπνέω με δυσκολία
to breathe with difficulty, especially with a whistling or rattling sound
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wheeze
γ΄ ενικό πρόσωπο
wheezes
ενεστώτα μετοχή
wheezing
απλός αόριστος
wheezed
παθητική μετοχή
wheezed
Παραδείγματα
After being in the dusty attic, he wheezed due to irritation.
Αφού βρισκόταν στη σκονισμένη σοφίτα, αναπνέυσε με δυσκολία λόγω ερεθισμού.
Wheeze
01
σφύριγμα, θόρυβος αναπνοής
breathing with a husky or whistling sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheezes
02
τέχνασμα, κόλπο
(Briticism) a clever or amusing scheme or trick
Λεξικό Δέντρο
wheezing
wheeze



























