to wheeze
Pronunciation
/ˈhwiz/, /ˈwiz/

Ορισμός και σημασία του "wheeze"στα αγγλικά

to wheeze
01

σφυρίζω, αναπνέω με δυσκολία

to breathe with difficulty, especially with a whistling or rattling sound
Intransitive
to wheeze definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wheeze
γ΄ ενικό πρόσωπο
wheezes
ενεστώτα μετοχή
wheezing
απλός αόριστος
wheezed
παθητική μετοχή
wheezed
Παραδείγματα
After being in the dusty attic, he wheezed due to irritation.
Αφού βρισκόταν στη σκονισμένη σοφίτα, αναπνέυσε με δυσκολία λόγω ερεθισμού.
01

σφύριγμα, θόρυβος αναπνοής

breathing with a husky or whistling sound
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wheezes
02

τέχνασμα, κόλπο

(Briticism) a clever or amusing scheme or trick
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store