whacked
whacked
hwækt
χουαικτ
/wˈækt/

Ορισμός και σημασία του "whacked"στα αγγλικά

01

ξεμειωμένος, εξαντλημένος

completely exhausted or drained of energy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most whacked
συγκριτικός βαθμός
more whacked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The flu left me feeling whacked, like I'd been hit by a truck.
Η γρίπη με άφησε τελείως εξουθενωμένο, σαν να με χτύπησε φορτηγό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store