wharf
wharf
wɔ:f
vawf
morphdwarf

Ορισμός και σημασία του "wharf"στα αγγλικά

01

προβλήτα, αποβάθρα

a structure built along the water's edge; often with a platform for ships to load and unload goods 
wharf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wharves/wharfs
Παραδείγματα
We walked along the wharf to admire the view of the harbor. 

Περπατήσαμε κατά μήκος της προβλήτας για να θαυμάσουμε την θέα του λιμανιού.

to wharf
01

αράζω σε αποβάθρα, αγκυροβολώ σε αποβάθρα

moor at a wharf 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
wharf
γ΄ ενικό πρόσωπο
wharfs
ενεστώτα μετοχή
wharfing
απλός αόριστος
wharfed
παθητική μετοχή
wharfed
02

ξεφορτώνω στη προβλήτα, εκφορτώνω στη προβλήτα

discharge at a wharf 
03

προσορμίζομαι, αραδιάζω

come into or dock at a wharf 
04

αποθηκεύω σε αποβάθρα, φυλάσσω σε μώλο

store on a wharf 
05

εξοπλίζω με αποβάθρα, παρέχω αποβάθρα

provide with a wharf 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store