westbound
west
ˈwɛst
vest
bound
baʊnd
bawnd
waistband

Ορισμός και σημασία του "westbound"στα αγγλικά

01

προς δυσμάς, δυτικός

directed or moving in the direction of the west 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
direction, movement, transportation
Παραδείγματα
We boarded the westbound train, which would take us across several states. 

Ανεβήκαμε στο τρένο προς τα δυτικά, που θα μας πήγαινε σε πολλές πολιτείες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

westbound

west

+

bound

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store