to welt
welt
wɛlt
velt
peltgeltmeltfelt

Ορισμός και σημασία του "welt"στα αγγλικά

to welt
01

μαστιγώνω, δέρνω

to whip or strike someone harshly 
Transitive: to welt sb
to welt definition and meaning
Παραδείγματα
The cruel taskmaster would welt the disobedient slaves as a form of punishment. 

Ο σκληρός εργοδηγός μαστίγωζε τους ανυπάκουους σκλάβους ως τιμωρία.

02

περιγυρίζω, κάνω περίγραμμα

to add or apply a raised edge or border to something, often by sewing or stitching 
Transitive: to welt clothes or upholstery
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
welt
γ΄ ενικό πρόσωπο
welts
ενεστώτα μετοχή
welting
απλός αόριστος
welted
παθητική μετοχή
welted
Παραδείγματα
The tailor welted the cuffs of the suit to give it a sharper look. 

Ο ράφτης έραψε τις μανσέτες του κοστουμιού για να του δώσει μια πιο κοφτερή εμφάνιση.

01

ενισχυμένη ραφή, εξογκωμένη ραφή

a raised or strengthened seam 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
welts
02

φουσκάλα, πρήξιμο

a raised mark on the skin (as produced by the blow of a whip); characteristic of many allergic reactions 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store