weep
weep
wip
ουιπ
/wˈiːp/

Ορισμός και σημασία του "weep"στα αγγλικά

to weep
01

κλαίω, λυγίζω

to shed tears due to strong feelings of sadness
Intransitive
to weep definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
weep
γ΄ ενικό πρόσωπο
weeps
ενεστώτα μετοχή
weeping
απλός αόριστος
wept
παθητική μετοχή
wept
Παραδείγματα
In the quiet room, the child continued to weep after losing a beloved toy.
Στο ήσυχο δωμάτιο, το παιδί συνέχισε να κλαίει αφού έχασε ένα αγαπημένο παιχνίδι.

Λεξικό Δέντρο

weeper
weeping
weeping
weep
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store