Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to weep
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
weep
γ΄ ενικό πρόσωπο
weeps
ενεστώτα μετοχή
weeping
απλός αόριστος
wept
παθητική μετοχή
wept
Παραδείγματα
In the quiet room, the child continued to weep after losing a beloved toy.
Στο ήσυχο δωμάτιο, το παιδί συνέχισε να κλαίει αφού έχασε ένα αγαπημένο παιχνίδι.



























