weatherman
Pronunciation
/ˈwɛðɝˌmæn/

Ορισμός και σημασία του "weatherman"στα αγγλικά

01

μετεωρολόγος, παρουσιαστής καιρού

a person who predicts and reports on the current and future weather conditions for a specific region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weathermen
Παραδείγματα
The weatherman explained the complex weather patterns affecting the region, making the information accessible to the audience.
Ο μετεωρολόγος εξήγησε τα πολύπλοκα καιρικά μοτίβα που επηρεάζουν την περιοχή, καθιστώντας τις πληροφορίες προσιτές στο κοινό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store