Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weathered
01
κατεστραμμένος, φθαρμένος
worn, eroded, or changed in appearance due to exposure to weather elements, such as wind, rain, or sun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weathered
συγκριτικός βαθμός
more weathered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His weathered face showed the marks of a life spent working outdoors.
Το κατεστραμμένο πρόσωπό του έδειχνε τα σημάδια μιας ζωής που πέρασε δουλεύοντας στο ύπαιθρο.
Λεξικό Δέντρο
unweathered
weathered
weather



























