Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weathered
01
κατεστραμμένος, φθαρμένος
worn, eroded, or changed in appearance due to exposure to weather elements, such as wind, rain, or sun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weathered
συγκριτικός βαθμός
more weathered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The boat ’s weathered sails flapped in the wind, showing signs of many long voyages.
Τα φθαρμένα πανιά του σκάφους ανέμιζαν στον άνεμο, δείχνοντας σημάδια πολλών μακρινών ταξιδιών.
Λεξικό Δέντρο
unweathered
weathered
weather



























