Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bloody
01
αιματηρός, βίαιος
characterized by or involving a great deal of violence and bloodshed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bloodiest
συγκριτικός βαθμός
bloodier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The newspaper reported on the bloody clashes that occurred during the protest.
Η εφημερίδα ανέφερε τις αιματηρές συγκρούσεις που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας.
02
καταραμένος, παλιάνθρωπος
used to express anger or annoyance
Dialect
British
Slang
Παραδείγματα
The bloody noise kept me awake all night.
Ο καταραμένος θόρυβος με κράτησε ξύπνιο όλη τη νύχτα.
03
καταραμένος, παρακατιανός
used to emphasize a statement, often to heighten its force or impact
Παραδείγματα
It 's a bloody difficult problem to solve.
Είναι ένα καταραμένο δύσκολο πρόβλημα να λυθεί.
to bloody
01
αματωμένος, κηλίδα αίματος
to cover or stain with blood
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bloody
γ΄ ενικό πρόσωπο
bloodies
ενεστώτα μετοχή
bloodying
απλός αόριστος
bloodied
παθητική μετοχή
bloodied
Παραδείγματα
The hunt bloodyed the animal's fur.
Το κυνήγι έβγαλε αίμα στο τρίχωμα του ζώου.
bloody
01
πολύ, βρωμο
used to mean extremely or very
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The performance was bloody impressive.
Η παράσταση ήταν πολύ εντυπωσιακή.
Λεξικό Δέντρο
bloodily
bloodiness
unbloody
bloody
blood



























