Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wealthy
01
πλούσιος, εύπορος
having a large amount of money or valuable possessions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
wealthiest
συγκριτικός βαθμός
wealthier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wealthy neighborhood was known for its extravagant mansions and gated communities.
Η πλούσια γειτονιά ήταν γνωστή για τις εξωφρενικές έπαυλες και τις κλειστές κοινότητες.
Λεξικό Δέντρο
wealthily
wealthiness
wealthy
wealth



























