Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Weakness
01
αδυναμία, ελάττωμα
lack of power or ability to act effectively
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
weaknesses
Παραδείγματα
The company 's weakness became apparent in the crisis.
Η αδυναμία της εταιρείας έγινε εμφανής στην κρίση.
02
αδυναμία, αδύνατο σημείο
a flaw, defect, or vulnerable point in something or someone
Παραδείγματα
The athlete 's weakness was a tendency to tire quickly.
Η αδυναμία του αθλητή ήταν η τάση να κουράζεται γρήγορα.
03
αδυναμία, ασθένεια
lack of physical or mental strength
Παραδείγματα
She felt a weakness in her resolve when tempted.
Ένιωσε μια αδυναμία στην αποφασιστικότητά της όταν πειραζόταν.
04
αδυναμία, αδυναμία
a strong liking for something, even if it is not advisable
Παραδείγματα
Despite dieting, she showed weakness for ice cream.
Παρά τη δίαιτα, έδειξε αδυναμία για παγωτό.
05
αδυναμία, ευθραυστότητα
a state of financial insufficiency or fragility
Παραδείγματα
The bank 's weakness was exposed during the recession.
Η αδυναμία της τράπεζας αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της ύφεσης.
Λεξικό Δέντρο
weakness
weak



























