wasp
Pronunciation
/wɑsp/

Ορισμός και σημασία του "wasp"στα αγγλικά

01

σφήκα, αγριομέλισσα

a winged insect with a powerful sting and black and yellow colors
wasp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wasps
Παραδείγματα
The wasp's buzzing drone filled the air as it hovered near a patch of fallen fruit, searching for sweet nectar to feed on.
Το βουητό της σφήκας γέμιζε τον αέρα καθώς αιωρείτο κοντά σε ένα σωρό πέφτουν φρούτα, αναζητώντας γλυκό νέκταρ για τροφή.
02

WASP, λευκός αγγλοσαξονικός προτεστάντης

a white person of Anglo-Saxon descent who is a member of a Protestant denomination, especially in the U.S.
Παραδείγματα
The country club was mostly populated by WASPs.
Το κλαμπ χωριού κατοικούταν κυρίως από WASPs.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store