washed-out
washed
wɒʃt
vosht
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "washed-out"στα αγγλικά

washed-out
01

ξεθωριασμένος, ξεβαμμένος

faded or lacking in color, often due to age or wear 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most washed-out
συγκριτικός βαθμός
more washed-out
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The washed-out photograph captured a moment in time but lacked the vibrant colors of memory. 

Η ξεθωριασμένη φωτογραφία κατέγραψε μια στιγμή στο χρόνο αλλά έλειπαν τα ζωηρά χρώματα της μνήμης.

02

εξαντλημένος, κουρασμένος

feeling extremely tired, often to the point of looking pale or worn 
Παραδείγματα
After the long flight and jet lag, she looked completely washed-out. 

Μετά από τη μεγάλη πτήση και το jet lag, φαινόταν εντελώς εξουθενωμένη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store