Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wash away
01
ξεπλένω, καθαρίζω
to clean something by using water to make the dirt or other substances go away
Transitive: to wash away dirt or impurities
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
wash
ενεστώτας
wash away
γ΄ ενικό πρόσωπο
washes away
ενεστώτα μετοχή
washing away
απλός αόριστος
washed away
παθητική μετοχή
washed away
Παραδείγματα
He used a power washer to wash away the graffiti on the side of the building.
Χρησιμοποίησε ένα πλυντήριο υψηλής πίεσης για να καθαρίσει τα γκράφιτι στην πλευρά του κτιρίου.
02
ξεπλένω, αφαιρώ
to remove something entirely
Transitive: to wash away sth
Παραδείγματα
The environmental damage caused by the industrial spill was difficult to wash away completely.
Η περιβαλλοντική ζημία που προκλήθηκε από τη βιομηχανική διαρροή ήταν δύσκολο να ξεπλυθεί εντελώς.



























