warship
war
ˈwɔ:
vaw
ship
ʃɪp
ship
wardshipworship

Ορισμός και σημασία του "warship"στα αγγλικά

01

πολεμικό πλοίο, καράβι του πολέμου

a ship that is made for war and has weapons 
warship definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
warships
Παραδείγματα
The warship's advanced technology enhanced its combat capabilities. 

Η προηγμένη τεχνολογία του πολεμικού πλοίου ενίσχυσε τις μαχητικές του ικανότητες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

warship
war
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store