Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
warm-hearted
01
θερμόκαρδος, ευγενικός
(of a person or their manner) having a kind, compassionate, and caring nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most warm-hearted
συγκριτικός βαθμός
more warm-hearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her warm-hearted nature made everyone feel welcome at the gathering.
Η θερμή φύση της έκανε όλους να νιώθουν ευπρόσδεκτοι στη συνάντηση.



























