Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
warm-hearted
01
θερμόκαρδος, ευγενικός
(of a person or their manner) having a kind, compassionate, and caring nature
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most warm-hearted
συγκριτικός βαθμός
more warm-hearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She had a warm-hearted smile that put everyone at ease.
Είχε ένα ζεστό χαμόγελο που έκανε όλους να αισθάνονται άνετα.



























