warehousing
ware
ˈwɛə
veē
hou
haʊ
haw
sing
zɪng
zing

Ορισμός και σημασία του "warehousing"στα αγγλικά

01

αποθήκευση, διαχείριση αποθήκης

storage and management of goods in a warehouse for efficient distribution 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The company's warehousing system efficiently stores and organizes products for timely order fulfillment. 

Το σύστημα αποθήκευσης της εταιρείας αποθηκεύει και οργανώνει αποτελεσματικά τα προϊόντα για την έγκαιρη εκπλήρωση των παραγγελιών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

warehousing
warehouse

ware

+

house

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store