Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to warble
01
κελαηδώ, τραγουδώ
(of a bird) to produce a melodious, trilling, or warbling song with a series of varying notes and pitches
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
warble
γ΄ ενικό πρόσωπο
warbles
ενεστώτα μετοχή
warbling
απλός αόριστος
warbled
παθητική μετοχή
warbled
02
κελαηδώ, τριλιάζω
sing or play with trills, alternating with the half note above or below
03
κελαηδώ, τραγουδώ με γιοντέλ
sing by changing register; sing by yodeling
Warble
01
σκωληκοειδής ενοφθαλμία, παρασιτική μόλυνση
a parasitic infestation in cattle caused by the larvae of certain flies that burrow under the skin, creating lumps or nodules
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
warbles
Παραδείγματα
Farmers use methods to prevent flies and reduce the risk of warbles.
Οι αγρότες χρησιμοποιούν μεθόδους για την πρόληψη των μυγών και τη μείωση του κινδύνου σκώρα.
Λεξικό Δέντρο
warbler
warble



























