bloke
bloke
bləʊk
blewk
broke

Ορισμός και σημασία του "bloke"στα αγγλικά

01

τύπος, άντρας

a boy or man 
bloke definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
blokes
αρσενικό ενικό
bloke
neutral form
person

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store