wanted
wanted
'wɒntɪd
vontid
wastedwonted

Ορισμός και σημασία του "wanted"στα αγγλικά

01

επιζητούμενος, φυγάς

actively sought by law enforcement due to involvement in criminal activity 

hot

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wanted
συγκριτικός βαθμός
more wanted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, crime, society
Παραδείγματα
After the daring robbery, the suspect was labeled wanted and became a headline in the news. 

Μετά τη θρασεία ληστεία, ο ύποπτος επισημάνθηκε ως ζητούμενος και έγινε πρωτοσέλιδο στις ειδήσεις.

02

αγαπημένος, αγαπητός

characterized by feeling or showing fond affection for 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unwanted
wanted
want
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store