Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wane
01
ελαττώνομαι, μειώνομαι
to gradually decrease in intensity, strength, importance, size, influence, etc.
Intransitive
Παραδείγματα
The organization expects the controversy to wane as more information becomes available.
Ο οργανισμός αναμένει ότι η διαμάχη θα ελαττωθεί καθώς θα γίνονται διαθέσιμες περισσότερες πληροφορίες.
02
φθίνω, μειώνομαι
(of the moon) to gradually decrease in its visible illuminated surface as it progresses from full to new moon
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wane
γ΄ ενικό πρόσωπο
wanes
ενεστώτα μετοχή
waning
απλός αόριστος
waned
παθητική μετοχή
waned
Παραδείγματα
The moon 's brightness started to wane just a few days after the full moon.
Η φωτεινότητα του φεγγαριού άρχισε να μειώνεται λίγες μέρες μετά την πανσέληνο.
Wane
01
πτώση, μείωση
a decrease in something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Public enthusiasm for the project fell into a slow wane.
Ο ενθουσιασμός του κοινού για το έργο άρχισε να μειώνεται αργά.
02
παιδί, μικρό
(Scottish) a child
Slang
Παραδείγματα
The wane tripped over but quickly got back up.
Ο γουέιν σκόνταψε αλλά σηκώθηκε γρήγορα.



























