Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wane
01
ελαττώνομαι, μειώνομαι
to gradually decrease in intensity, strength, importance, size, influence, etc.
Intransitive
Παραδείγματα
The popularity of the trend is currently waning among the younger generation.
Η δημοτικότητα της τάσης σήμερα μειώνεται ανάμεσα στη νεότερη γενιά.
02
φθίνω, μειώνομαι
(of the moon) to gradually decrease in its visible illuminated surface as it progresses from full to new moon
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wane
γ΄ ενικό πρόσωπο
wanes
ενεστώτα μετοχή
waning
απλός αόριστος
waned
παθητική μετοχή
waned
Παραδείγματα
The moon began to wane after the full moon.
Το φεγγάρι άρχισε να φθίνει μετά τη πανσέληνο.
Wane
01
πτώση, μείωση
a decrease in something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The empire's influence was clearly in wane by the late 18th century.
Η επιρροή της αυτοκρατορίας ήταν ξεκάθαρα σε πτώση μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα.
02
παιδί, μικρό
(Scottish) a child
αργκό
Παραδείγματα
The wane was playing outside all afternoon.
Το παιδί έπαιζε έξω όλο το απόγευμα.



























