Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wallpaper
01
ταπετσαρία, τοιχογραφία
a type of thick paper used for covering the surface of a wall or ceiling, particularly for decoration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wallpapers
Παραδείγματα
They decided to redo the living room with floral wallpaper.
Αποφάσισαν να ξανακάνουν το σαλόνι με λουλουδιστό ταπετσαρία.
to wallpaper
01
τοιχοκολλώ ταπετσαρία, κολλώ ταπετσαρία
to stick a thick and often decorative paper onto the wall or ceiling of a building
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wallpaper
γ΄ ενικό πρόσωπο
wallpapers
ενεστώτα μετοχή
wallpapering
απλός αόριστος
wallpapered
παθητική μετοχή
wallpapered
02
μαγεύω, κάνω μαγεία
the use or practice of witchcraft
Λεξικό Δέντρο
wallpaper
wall
paper



























