Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blockade
01
αποκλείω, εμποδίζω
render unsuitable for passage
02
επιβάλλω αποκλεισμό σε, καθιερώνω αποκλεισμό εναντίον
impose a blockade on
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
blockade
γ΄ ενικό πρόσωπο
blockades
ενεστώτα μετοχή
blockading
απλός αόριστος
blockaded
παθητική μετοχή
blockaded
03
αποκλείω, εμποδίζω
obstruct access to
04
αποκλείω, εμποδίζω
hinder or prevent the progress or accomplishment of
Blockade
01
αποκλεισμός, πολιορκία
a military action where the enemy is prevented from letting people or equipment through a certain area; often enforced with armed forces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
blockades
Παραδείγματα
The city was under blockade, cutting off all supply routes.
Η πόλη ήταν υπό αποκλεισμό, κόβοντας όλες τις διαδρομές προμήθειας.
02
αποκλεισμός
an act of obstructing or closing off an area, route, or passage
Παραδείγματα
During the protest, activists formed a human blockade to prevent vehicles from entering the government compound.
Κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας, οι ακτιβιστές σχημάτισαν μια ανθρώπινη πολιορκία για να αποτρέψουν τα οχήματα από το να εισέλθουν στο κυβερνητικό συγκρότημα.
Λεξικό Δέντρο
blockaded
blockading
blockade
block



























