Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to block off
01
αποκλείω, κλείνω
to prevent entry or access by placing a barrier
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
block
ενεστώτας
block off
γ΄ ενικό πρόσωπο
blocks off
ενεστώτα μετοχή
blocking off
απλός αόριστος
blocked off
παθητική μετοχή
blocked off
Παραδείγματα
The construction crew blocked the road off for repairs.
Η ομάδα κατασκευής απέκλεισε τον δρόμο για επισκευές.
02
αποκλείω, φράσσω
to become closed or restricted
Παραδείγματα
The floodwaters quickly blocked off the entire neighborhood.
Τα νερά της πλημμύρας απέκλεισαν γρήγορα όλη τη γειτονιά.
03
αποκλείω, διακόπτω
to prevent or interrupt communication completely
Παραδείγματα
The manager decided to block the complainer off from further emails.
Ο διαχειριστής αποφάσισε να αποκλείσει τον παραπονεμένο από περαιτέρω emails.
04
κρατώ, μπλοκάρω
to reserve a specific time, space, or item for a particular purpose
Παραδείγματα
She decided to block the weekend off for a much-needed getaway.
Αποφάσισε να αποκλείσει το σαββατοκύριακο για μια πολύ αναγκαία διαφυγή.



























