waiter
wai
ˈweɪ
vei
ter
waterwriterwasterwailer

Ορισμός και σημασία του "waiter"στα αγγλικά

01

σερβιτόρος, γκαρσόν

a man who brings people food and drinks in restaurants, cafes, etc. 
waiter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
waiters
Παραδείγματα
Our waiter cleared the empty plates from the table. 

Ο σερβιτόρος μας καθάρισε τα άδεια πιάτα από το τραπέζι.

02

αναμένων, άτομο που περιμένει

a person who waits or awaits 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store