to wail
wail
weɪl
veil
tailhailrailfail

Ορισμός και σημασία του "wail"στα αγγλικά

to wail
01

θρηνώ, κλαίω

to cry out loudly and mournfully, often expressing grief, pain, or intense sorrow 
Intransitive
to wail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wail
γ΄ ενικό πρόσωπο
wails
ενεστώτα μετοχή
wailing
απλός αόριστος
wailed
παθητική μετοχή
wailed
Παραδείγματα
The woman wailed in despair upon hearing the tragic news of her brother's accident. 

Η γυναίκα θρήνησε με απελπισία ακούγοντας την τραγική είδηση για το ατύχημα του αδελφού της.

02

θρηνώ, ουρλιάζω

to produce a long, high-pitched sound 
Intransitive
Παραδείγματα
The sirens wailed in the distance as the emergency vehicles rushed by. 

Οι σειρήνες ουρλιάζουν στο βάθος καθώς τα επείγοντα οχήματα περνούν με ταχύτητα.

01

θρήνος, κλαίω

a cry of sorrow and grief 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wails

Λεξικό Δέντρο

wailer
wailing
wailing
wail
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store