Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wail
01
θρηνώ, κλαίω
to cry out loudly and mournfully, often expressing grief, pain, or intense sorrow
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
wail
γ΄ ενικό πρόσωπο
wails
ενεστώτα μετοχή
wailing
απλός αόριστος
wailed
παθητική μετοχή
wailed
Παραδείγματα
The mourners wail as the casket is lowered into the ground.
Οι θρηνούντες θρηνούν καθώς το φέρετρο κατεβαίνει στο έδαφος.
02
θρηνώ, ουρλιάζω
to produce a long, high-pitched sound
Intransitive
Παραδείγματα
The wolf began to wail under the full moon, signaling the start of the night.
Ο λύκος άρχισε να ουρλιάζει κάτω από το πανσέληνο, σηματοδοτώντας την αρχή της νύχτας.
Wail
01
θρήνος, κλαίω
a cry of sorrow and grief
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wails
Λεξικό Δέντρο
wailer
wailing
wailing
wail



























