Waif
volume
British pronunciation/wˈe‍ɪf/
American pronunciation/ˈweɪf/

Ορισμός και Σημασία του "waif"

01

άστεγος, ορφανά (plural)

a person, often a child, who is homeless, neglected, or abandoned
example
Example
click on words
The charity organization provided shelter and support for waifs who had nowhere else to turn.
Ο φιλανθρωπικός οργανισμός παρείχε καταφύγιο και στήριξη για άστεγους και ορφανά που δεν είχαν πουθενά αλλού να στραφούν.
In Dickens ' novel, " Oliver Twist, " the protagonist begins as a waif, living in poverty and seeking a better life.
Στο μυθιστόρημα του Ντίκενς, "Ολίβερ Τουίστ", ο πρωταγωνιστής αρχίζει ως άστεγος, ορφανός, ζώντας σε φτώχεια και επιδιώκοντας μια καλύτερη ζωή.
download-mobile-app
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Langeek Mobile Application
Κατεβάστε την Εφαρμογή
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store