waif
waif
weɪf
ουειφ
British pronunciation
/wˈe‍ɪf/

Ορισμός και σημασία του "waif"στα αγγλικά

01

άστεγος, παραμελημένο παιδί

a person, often a child, who is homeless, neglected, or abandoned
example
Παραδείγματα
Despite his own struggles, he dedicated his time to helping waifs find safety and security in a world that had forgotten them.
Παρά τις δικές του δυσκολίες, αφιέρωσε το χρόνο του για να βοηθήσει τα περιθωριοποιημένα παιδιά να βρουν ασφάλεια και προστασία σε έναν κόσμο που τα είχε ξεχάσει.

Λεξικό Δέντρο

waiflike
waif
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store