Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Waif
01
άστεγος, παραμελημένο παιδί
a person, often a child, who is homeless, neglected, or abandoned
Παραδείγματα
Despite his own struggles, he dedicated his time to helping waifs find safety and security in a world that had forgotten them.
Παρά τις δικές του δυσκολίες, αφιέρωσε το χρόνο του για να βοηθήσει τα περιθωριοποιημένα παιδιά να βρουν ασφάλεια και προστασία σε έναν κόσμο που τα είχε ξεχάσει.
Λεξικό Δέντρο
waiflike
waif



























