waif
waif
weɪf
ουειφ
taifsafechafeehf

Ορισμός και σημασία του "waif"στα αγγλικά

01

άστεγος, παραμελημένο παιδί

a person, often a child, who is homeless, neglected, or abandoned 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
waifs
Παραδείγματα
The charity organization provided shelter and support for waifs who had nowhere else to turn. 

Ο φιλανθρωπικός οργανισμός παρείχε καταφύγιο και υποστήριξη σε παρατημένα παιδιά που δεν είχαν πουθενά αλλού να πάνε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

waiflike
waif
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store