volitionally
vo
vəʊ
βεου
li
ˈlɪ
λι
tio
ʃə
σα
na
να
lly
li
λι
vocationally

Ορισμός και σημασία του "volitionally"στα αγγλικά

volitionally
01

εκούσια, από δική του θέληση

by one's own will or choice 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He would rather take the longer route, volitionally avoiding traffic. 

Θα προτιμούσε να πάρει τη μακρύτερη διαδρομή, εκούσια αποφεύγοντας την κίνηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

volitionally
volitional
volition
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store