Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Volition
01
βούληση, ελεύθερη βούληση
the faculty to use free will and make decisions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
βούληση, απόφαση
a specific instance of deciding
Λεξικό Δέντρο
volitional
volition



























