Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Volition
01
βούληση, ελεύθερη βούληση
the faculty to use free will and make decisions
Παραδείγματα
Despite the challenges, she faced them with determination and volition, refusing to give up on her goals.
Παρά τις προκλήσεις, τις αντιμετώπισε με αποφασιστικότητα και βούληση, αρνούμενη να εγκαταλείψει τους στόχους της.
02
βούληση, απόφαση
a specific instance of deciding
Παραδείγματα
Every volition we make shapes our future.
Κάθε βούληση που κάνουμε διαμορφώνει το μέλλον μας.
Λεξικό Δέντρο
volitional
volition



























