vituperation
vi
vi
tu
ˌtju:
tyoo
pe
ra
ˈreɪ
rei
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "vituperation"στα αγγλικά

01

λοιδορία, ύβρις

a type of criticism or insult that is hurtful and angry 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
vituperations
Παραδείγματα
His speech was filled with vituperation, targeting his political opponent harshly. 

Η ομιλία του ήταν γεμάτη υβριστικές εκφράσεις, που στοχοποιούσαν σκληρά τον πολιτικό του αντίπαλο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

vituperation
vituperate
vituper
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store