vituperation
Pronunciation
/vˌɪɾuːpɚɹˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "vituperation"στα αγγλικά

01

λοιδορία, ύβρις

a type of criticism or insult that is hurtful and angry
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They had endured months of vituperation from the community over their project.
Είχαν υποστεί μήνες κακολογίας από την κοινότητα για το έργο τους.

Λεξικό Δέντρο

vituperation
vituperate
vituper
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store