Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Visionary
01
οραματιστής, προφήτης
someone who can predict the future or see things that others cannot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
visionaries
Παραδείγματα
The visionary claimed to foresee great changes coming to the world.
Ο οραματιστής ισχυρίστηκε ότι προβλέπει μεγάλες αλλαγές που έρχονται στον κόσμο.
02
οραματιστής, ονειροπόλος
someone who dreams up ideas or plans that are exciting but unrealistic
Παραδείγματα
The visionary proposed building a city on the moon, but no one took the idea seriously.
Ο οραματιστής πρότεινε να χτιστεί μια πόλη στο φεγγάρι, αλλά κανείς δεν πήρε την ιδέα σοβαρά.
visionary
01
οραματιστικός, καινοτόμος
having innovative and imaginative ideas or dreams that may not always be realistic or feasible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most visionary
συγκριτικός βαθμός
more visionary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her visionary thinking led to ambitious proposals for transforming the cityscape.
Η οραματική της σκέψη οδήγησε σε φιλόδοξες προτάσεις για τη μεταμόρφωση του αστικού τοπίου.



























