viscid
visc
ˈvɪs
βισ
id
ɪd
ιντ

Ορισμός και σημασία του "viscid"στα αγγλικά

01

γλοιώδης, κολλώδης

having a thick and sticky texture, similar to glue 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most viscid
συγκριτικός βαθμός
more viscid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
texture, physical_properties, materials
Παραδείγματα
The viscid substance adhered to his fingers as he tried to scoop it up. 

Η γλοιώδης ουσία κόλλησε στα δάχτυλά του καθώς προσπαθούσε να τη σηκώσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

viscidly
viscidness
viscid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store