viscid
visc
ˈvɪs
βισ
id
ɪd
ιντ
/vˈɪsɪd/

Ορισμός και σημασία του "viscid"στα αγγλικά

01

γλοιώδης, κολλώδης

having a thick and sticky texture, similar to glue
Παραδείγματα
The viscid oil coated the surface of the pan, preventing the food from sticking.
Το γλοιώδες λάδι κάλυψε την επιφάνεια του τηγανιού, αποτρέποντας το φαγητό από το να κολλήσει.

Λεξικό Δέντρο

viscidly
viscidness
viscid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store