gluey
Pronunciation
/ɡlˈuːi/

Ορισμός και σημασία του "gluey"στα αγγλικά

01

κολλώδης, γλοιώδης

having a thick, sticky consistency that resembles glue and adheres to surfaces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gluiest
συγκριτικός βαθμός
gluier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The gluey syrup pooled at the bottom of the container.
Το κολλώδες σιρόπι συγκεντρώθηκε στο κάτω μέρος του δοχείου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store