gluey
gluey
glu:i
glooi
glowie

Ορισμός και σημασία του "gluey"στα αγγλικά

01

κολλώδης, γλοιώδης

having a thick, sticky consistency that resembles glue and adheres to surfaces 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
gluiest
συγκριτικός βαθμός
gluier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The gluey substance made it difficult to separate the pieces of paper. 

Η κολλώδης ουσία έκανε δύσκολο το διαχωρισμό των κομματιών χαρτιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store