Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Violence
01
βία, κτηνωδία
a crime that is intentionally directed toward a person or thing to hurt, intimidate, or kill them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He was arrested for using violence against a stranger.
Συνελήφθη για τη χρήση βίας εναντίον ενός αγνώστου.
02
βία, οργή
the quality of being wild or intense
Παραδείγματα
The storm raged with incredible violence.
Η καταιγίδα μαίνονταν με απίστευτη βία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonviolence
violence
viol



























