Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Violence
01
βία, κτηνωδία
a crime that is intentionally directed toward a person or thing to hurt, intimidate, or kill them
Παραδείγματα
The city has seen a rise in violence over the past few months, leading to increased police presence.
Η πόλη έχει δει μια αύξηση της βίας τα τελευταία λίγα μήνες, οδηγώντας σε αυξημένη αστυνομική παρουσία.
02
βία, οργή
the quality of being wild or intense
Παραδείγματα
The waves crashed on the shore with violence.
Τα κύματα έσπασαν στην ακτή με βία.
Λεξικό Δέντρο
nonviolence
violence
viol



























