Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Violator
01
βιαστής, σεξουαλικός επιτιθέμενος
a person who forces another person to have sexual intercourse with them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
violators
02
παραβάτης, παρανομητής
a person, organization, or government, etc. that breaches a law, agreement, etc. or disrespects someone's rights
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
violator
violate
viol



























