villager
vi
ˈvɪ
vi
lla
li
ger
ʤə
pillager

Ορισμός και σημασία του "villager"στα αγγλικά

01

χωρικός, κάτοικος χωριού

a person who lives in a village, especially a small rural settlement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
villagers
Παραδείγματα
The villager greeted us with a warm smile when we arrived. 

Ο χωρικός μας χαιρέτησε με ένα ζεστό χαμόγελο όταν φτάσαμε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store