village
Pronunciation
/ˈvɪlɪʤ/

Ορισμός και σημασία του "village"στα αγγλικά

01

χωριό, κωμόπολη

a very small town located in the countryside
village definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
villages
Παραδείγματα
Despite its small size, the village boasted a charming marketplace with local artisans and vendors.
Παρά το μικρό του μέγεθος, το χωριό διέθετε μια γοητευτική αγορά με ντόπιους τεχνίτες και πωλητές.
02

χωριό, κωμόπολη

a community of people smaller than a town
03

χωριό, το Βίλατζ

a mainly residential district of Manhattan; `the Village' became a home for many writers and artists in the 20th century
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store