Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Viewgraph
01
διαφάνεια, διαφάνεια
a specific type of transparency designed to be used on an overhead projector for displaying visual information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
viewgraphs
Παραδείγματα
Before laptops and projectors became widespread, viewgraphs were a staple for visual communication in offices.
Πριν γίνουν ευρέως διαδεδομένοι οι φορητοί υπολογιστές και οι προβολείς, οι διαφάνειες ήταν βασικό στοιχείο οπτικής επικοινωνίας στα γραφεία.
Λεξικό Δέντρο
viewgraph
view
graph



























