vice
vice
vaɪs
vais
voice

Ορισμός και σημασία του "vice"στα αγγλικά

01

κακία, αμαρτία

any immoral act that is against the law of God 
vice definition and meaning
Παραδείγματα
Many religions teach that vice can lead to negative consequences in life. 

Πολλές θρησκείες διδάσκουν ότι η κακία μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές συνέπειες στη ζωή.

02

κακία, ελάττωμα

a general moral weakness or flaw in character 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vices
Παραδείγματα
Pride is considered a common vice. 

Η υπερηφάνεια θεωρείται κοινό ελάττωμα.

03

κακό συνήθειο, βίτσιο

a bad habit or behavior that negatively affects oneself or others 
Παραδείγματα
Smoking is a common vice many struggle to quit. 

Το κάπνισμα είναι μια κοινή συνήθεια που πολλοί δυσκολεύονται να εγκαταλείψουν.

04

κακία, ακολασία

illegal or immoral activities, often involving sex or drugs 
Παραδείγματα
He was arrested for vice. 

Συνελήφθη για κακία.

01

αντί, στη θέση

used to indicate a substitute or replacement for someone or something 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She acted as manager vice her absent supervisor. 

Ενεργούσε ως διευθυντής vice του απών της επόπτη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store