Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Vicar
01
εφημέριος, αντικαταστάτης ιερέας
a Roman Catholic priest who acts for another higher-ranking clergyman
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
vicars
αρσενικό ενικό
vicar
θηλυκό ενικό
vicar (or 'female vicar' contextually)
neutral form
clergyperson
02
εφημέριος, ιερέας
(Church of England) a clergyman appointed to act as priest of a parish
03
εφημέριος, κληρικός υπεύθυνος για ένα παρεκκλήσι
(Episcopal Church) a clergyman in charge of a chapel
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vicarage
vicarial
vicarious
vicar



























