vicar
Pronunciation
/ˈvɪkɝ/

Ορισμός και σημασία του "vicar"στα αγγλικά

01

εφημέριος, αντικαταστάτης ιερέας

a Roman Catholic priest who acts for another higher-ranking clergyman
vicar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vicars
02

εφημέριος, ιερέας

(Church of England) a clergyman appointed to act as priest of a parish
03

εφημέριος, κληρικός υπεύθυνος για ένα παρεκκλήσι

(Episcopal Church) a clergyman in charge of a chapel

Λεξικό Δέντρο

vicarage
vicarial
vicarious
vicar
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store