vexer
vex
ˈvɛk
vek
er
flexorplexor

Ορισμός και σημασία του "vexer"στα αγγλικά

01

ενοχλητής, παρενοχλητής

a person deliberately or habitually annoying, irritating, or frustrating 
vexer definition and meaning
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
vexers
Παραδείγματα
That vexer kept tapping the table during the movie. 

Αυτός ο ενοχλητικός συνέχιζε να χτυπάει το τραπέζι κατά τη διάρκεια της ταινίας.

Λεξικό Δέντρο

vexer
vex
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store