veridical
ve
ri
ˈrɪ
ri
di
di
cal
kəl
kēl
vertical

Ορισμός και σημασία του "veridical"στα αγγλικά

01

αληθινός, συμμορφούμενος με την πραγματικότητα

coinciding with reality 
veridical definition and meaning
02

αληθινός, γνήσιος

a genus of Limacidae 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store