to verbalize
ver
ˈvɜ:
ba
lize
laɪz
laiz
verbalise

Ορισμός και σημασία του "verbalize"στα αγγλικά

to verbalize
01

εκφράζω, εκφράζω λεκτικά

to express in words or articulate verbally 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
verbalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
verbalizes
ενεστώτα μετοχή
verbalizing
απλός αόριστος
verbalized
παθητική μετοχή
verbalized
Παραδείγματα
She verbalizes her thoughts clearly during the presentation. 

Εκφράζει σαφώς τις σκέψεις της κατά την παρουσίαση.

02

εκφράζω λεκτικά, μετατρέπω σε ρήμα

convert into a verb 
03

εκφράζω λεκτικά, μιλώ αφθονως

be verbose 
04

εκφράζω λεκτικά, εκφράζω προφορικά

articulate; either verbally or with a cry, shout, or noise 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store