Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to verbalize
01
εκφράζω, εκφράζω λεκτικά
to express in words or articulate verbally
Παραδείγματα
She had been verbalizing her concerns about workplace dynamics for several months.
Είχε εκφράσει λεκτικά τις ανησυχίες της σχετικά με τη δυναμική του χώρου εργασίας για αρκετούς μήνες.
02
εκφράζω λεκτικά, μετατρέπω σε ρήμα
convert into a verb
03
εκφράζω λεκτικά, μιλώ αφθονως
be verbose
04
εκφράζω λεκτικά, εκφράζω προφορικά
articulate; either verbally or with a cry, shout, or noise
Λεξικό Δέντρο
verbalized
verbalize
verbal
verb



























