venturous
ven
ˈvɛn
ven
tu
ʧə
chē
rous
rəs
rēs

Ορισμός και σημασία του "venturous"στα αγγλικά

01

περιπετειώδης, τολμηρός

disposed to venture or take risks 
venturous definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most venturous
συγκριτικός βαθμός
more venturous
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store